κλαστικός

-ή, -ό [κλω]
1. αυτός που γίνεται με θραύση ή κατά τμήματα
2. φρ. α) ανατ. «κλαστική ανατομία» — αναπαράσταση τού σώματος τού ανθρώπου με τεχνητούς πίνακες που λύνονται, τεμαχίζονται, για να φαίνονται κάτω από τα αφαιρούμενα τεμάχια τα διάφορα μέλη ή όργανα τού σώματος που βρίσκονται από κάτω
β) (πετρογρ.) «κλαστικό πέτρωμα» ή «κλαστικό ίζημα» — συνεκτικό ή ασύνδετο ίζημα που έχει σχηματιστεί από θραύσματα προϋπαρχόντων πετρωμάτων.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • КЛАСТО — [κλαστικος (κлястикос)] раздробленный приставка в названиях реликтовых структур г. п., возникших в результате катаклаза; применяется в сочетании с названием исходной структуры, напр,… …   Геологическая энциклопедия

  • κλω — κλῶ, άω (Α) 1. θραύω, σπάζω («ἐκλάσθη δὲ δόναξ, ἐβάρυνε δὲ μηρόν», Ομ. Οδ.) 2. κλαδεύω αμπέλι 3. κόβω σε κομμάτια, τεμαχίζω («λαβὼν τὸν ἄρτον εὐλόγησε καὶ κλάσας ἐπεδίδου», ΚΔ) 4. σχηματίζω τεθλασμένη γραμμή, διαθλώμαι (α. «ἡ κεκλασμένη γραμμή»… …   Dictionary of Greek

  • πυροκλαστικός — ή, ό, Ν φρ. α) «πυροκλαστικά υλικά» (πετρογρ.) θραυσματογενή προϊόντα βίαιων ηφαιστειακών εκρήξεων β) «πυροκλαστικά πετρώματα» (πετρογρ.) πετρώματα τα οποία σχηματίζονται από τις αποθέσεις τών παραπάνω υλικών γ) «πυροκλαστικά αναβλήματα» τα υλικά …   Dictionary of Greek

  • υαλοκλαστικός — ή, ό, Ν (πετρογρ.) (για πέτρωμα) αυτός που αποτελείται από θραύσματα ηφαιστειακής υάλου. [ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ. γαλλ. hyaloclastique (< ύαλος + κλαστικός)] …   Dictionary of Greek

  • υδροκλαστικός — ή, ό, Ν γεωλ. (για πετρώματα) αυτός που υπέστη καθίζηση υπό την επίδραση τού νερού. [ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ. αγγλ. hydroclastic (< υδρ(ο) * + κλαστικός)] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.